Παρασκευή Κατημερτζή
Tης στοίχισε τον θρόνο η "γλώσσα" της
Τα Νέα, Δευτέρα 15 Απριλίου 2002
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Η δύναμη του σπαραγμού τής «εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης γυναικός», που ψάλλεται τη Μεγάλη Τρίτη, έχει μια αμεσότητα διαχρονική, που ξεπέρασε το φράγμα του χρόνου και της ανωνυμίας. Δεν είναι όμως το μόνο ποίημα της Κασσιανής της Υμνωδού, που έφτασε ως εμάς.




«Η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή...» της Μεγάλης Τρίτης, Κασσιανή, αφού «έχασε» τον θρόνο του Βυζαντίου, αποφάσισε να μονάσει (εδώ, «Μοναχές» από το Τυπικόν της Βέβαιης Ελπίδος του 16ου αιώνα -Lincoln College του Λονδίνου).



Αρκεί να διαβάσει κάποιος την ποίηση της Κασσιανής για να του αποκαλυφθούν πολλά κι από πρώτο χέρι για τον χαρακτήρα, τις ιδέες, τη μόρφωση και την κοινωνική της θέση. Πολλά και αρκετά για να συμπληρώσουν τις ελλιπείς και ασαφείς πληροφορίες που υπάρχουν για τη ζωή και τη δράση της. Αυτό επιχείρησε μια νέα ερευνήτρια βυζαντινολόγος, η Νίκη Τσιρώνη, που συγκέντρωσε και επεξεργάστηκε όλες τις διάσπαρτες ιστορικές πληροφορίες που υπάρχουν για την Κασσιανή, τις πληροφορίες που δίνει η ίδια η ποίησή της αλλά και το ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο για τη θέση και τον ρόλο της γυναίκας στην εποχή της Εικονομαχίας, ως εισαγωγή στο βιβλίο «Κασσιανή Υμνωδός», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις του Φοίνικα μαζί με το σύνολο των ύμνων και των γνωμικών της. Υλικό κατάλληλο για μυθιστορηματική βιογραφία, που όμως παραμένει στα πλαίσια της γλαφυρά γραμμένης έρευνας.

Βρισκόμαστε στην Κωνσταντινούπολη το 800 ή 805. Ο λαός, ο κλήρος, ο στρατός, η αυτοκρατορική οικογένεια είναι όλοι διχασμένοι:

Άλλοι είναι εικονολάτρες κι άλλοι εικονομάχοι. Σ' αυτό το γεμάτο πάθη περιβάλλον γεννιέται η Κασσιανή, η Εικασία ή Κασσιανή, ή η κανδιδάτισσα Κασσία. Είναι ασφαλώς κόρη καλής, αριστοκρατικής οικογένειας. Μήπως κατάγεται από την Κάσο, όπως μαρτυρεί τ' όνομά της; Άγνωστο. Το βέβαιο είναι ότι έχει το προνόμιο των γυναικών της ανώτερης τάξης: να μορφωθεί κατ' οίκον, να λάβει ευρύτερη παιδεία.

Η Κασσιανή βγαίνει στο προσκήνιο θεαματικά το 821 ή 830, συμμετέχει στα ιδιότυπα καλλιστεία που οργανώνονται από τη μητέρα του διαδόχου του θρόνου για να επιλεγεί η αυτοκρατορική σύζυγος. Είναι ωραιοτάτη. Όμως τη στιγμή που ο νεαρός δεκαεπτάχρονος αυτοκράτορας Θεόφιλος ετοιμάζεται να της δώσει - άραγε πόσων χρόνων ήταν η Κασσιανή - το χρυσό μήλο που θα την καταστήσει εκλεκτή της καρδιάς του και αυτοκράτειρα, ο πρίγκιπας αποφασίζει να την πειράξει. «Εκ γυναικός έρει τα φαύλα», της λέει, υπαινισσόμενος τον ρόλο της Εύας στο προπατορικό αμάρτημα. «Εκ γυναικός έρει και τα κρείττω», του απαντά η Κασσιανή, παρασυρμένη από τη ρητορική της δεινότητα και υπαινισσόμενη την Παρθένο Μαρία. Ο νεαρός Θεόφιλος δεν άντεξε την κόντρα. Το χρυσό μήλο θα καταλήξει στη δεύτερη από τις τρεις επικρατέστερες υποψήφιες, την Ευδοκία, που παρέμεινε σιωπηλή.

«Μισώ την σιωπήν, ότε καιρός του λέγειν», διαβάζουμε σ' ένα στίχο που έγραψε αργότερα η Κασσιανή, όταν κλείστηκε σε μοναστήρι. «Κρείσσον μόνωσις της κακής συνουσίας».




Το συλλεκτικό, μοναδικό, εξώφυλλο της υπό έκδοσιν μελέτης για την Κασσιανή, που φιλοτέχνησε η Φωτεινή Στεφανίδου










Για τον ιστορικό ερευνητή που θ' αναζητήσει τα γεγονότα, τα πράγματα δεν είναι απλά. Τα «καλλιστεία» στο χρυσό τρίκλινο παλάτι έγιναν. Η Κασσιανή πρέπει να έχτισε η ίδια το μοναστήρι όπου εμόνασε στον έβδομο λόφο της Κωνσταντινούπολης. Πέθανε μεταξύ 843 και 867.

Ασφαλώς διατηρούσε αλληλογραφία με τον μεγάλο σοφό της εποχής, τον Θόδωρο τον Στουδίτη. Τους συνέδεαν κοινές θρησκευτικές πεποιθήσεις. Η Κασσιανή, όπως οι περισσότερες γυναίκες, ήταν θερμή εικονολάτρισσα.

Όπως ήταν ο κανόνας για τις ανήσυχες γυναίκες της εποχής, η μόνη κοινωνική δραστηριότητα που μπορούσαν να αναπτύξουν ήταν γύρω από τη φιλανθρωπία. Δεν είναι ανάγκη να υπογραμμιστεί ότι η Κασσιανή ήταν άνθρωπος με ισχυρές πεποιθήσεις και όχι μια πειθήνια μοναχή. Η Κασσιανή τολμούσε να λέει τα πράγματα με τ' όνομά τους: «Μισώ τον μοιχόν, όταν κρίνει τον πόρνον», γράφει κάπου. Τόλμησε, στο χριστιανικό βεβαίως πλαίσιο, «να επισημαίνει την αξία της γυναίκας για την προάσπιση της χριστιανικής πίστης», όπως υπογραμμίζει η Νίκη Τσιρώνη.

Ναι, αλλά ποιας γυναίκας;

Έχει χυθεί πολύ μελάνι για να διευκρινιστεί αν η εν πολλοίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή που είχε κατά νουν η υμνωδός είναι μια ψυχή ή είναι μια πόρνη και ποια, χωρίς καν να έχει επιβεβαιωθεί ότι η Μαρία Μαγδαληνή ήταν πόρνη. Αυτή που ομολογεί ότι μέσα της υπάρχει «νύχτα, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης και ασέληνος έρως της αμαρτίας» μοιάζει περισσότερο με τη φωνή της Εύας, της προαιώνιας γυναίκας, όταν ζητεί εξιλέωση από τον άρχοντα της Γένεσης. «Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ. Κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει».

Έχουμε ποίηση σε πρώτο πρόσωπο που όταν ικετεύει είναι σαν να διατάσσει.
«Γυναίκα που πολεμά σαν άνδρας»

Αλλού η Κασσιανή δεν διστάζει να τονίζει το στοιχείο της γυναίκας που πολεμά σαν άνδρας με όπλο κραταιό τον σταυρό, την «αγάπην τόξον» να νικά με ανδρεία τους τυράννους και να καταργεί τους δαίμονες, να επιδεικνύει αγωνιστικό φρόνημα.

«Πέπτωκεν ο εχθρός υπό γυναίκας ηττηθείς;»

Αυτό όμως που ανυψώνει την Κασσιανή στο βάθρο της καλύτερης ποιήτριας του Βυζαντίου και σε πρότυπο για άλλους υμνωδούς δεν είναι μόνο η απλότητα, η αμεσότητα, η δραματική δύναμη του στίχου, η εύστροφη χρήση του λεξιλογίου και η μόρφωσή της. Είναι, όπως υπογραμμίζει η Νίκη Τσιρώνη, ο δυναμισμός, η οξύτητα των ψυχολογικών απεικονίσεων, η ρητορική της δεινότητα, οι απόλυτες θέσεις. Το παιχνίδι με τα συνώνυμα και η συμμετρική δομή είναι η λογοτεχνική υπογραφή της Κασσιανής. «Ει το φέρον σε φέρει, φέρον και φέρε».

INFO
Το βιβλίο «Κασσιανή η Υμνωδός», Εκδόσεις του Φοίνικα (πληρ. Αρσακείου 15 - Στοά του Βιβλίου, τηλ. 010.3244.908) θα κυκλοφορήσει σε τρεις χειροποίητες συλλεκτικές εκδόσεις: Λινό εξώφυλλο. Σελ. 104, Τιμή: 25 ευρώ, μεταξωτό εξώφυλλο, σε 49 αριθμημένα αντίτυπα, Τιμή: 160 ευρώ και με εξώφυλλο με μοναδικό πρωτότυπο έργο τέχνης (των Μ. Καμπάνη, Χρ. Μαρκίδη, Χρ. Μποκόρου, Κ. Παπατριανταφυλλόπουλου, Φ. Στεφανίδου, Π. Φειδάκη, με θέματα εμπνευσμένα από τις βυζαντινές βιβλοδεσίες 9ου - 10ου αιώνα.

ΑΡΧΗ ΣΕΛΙΔΑΣ