Φοίνιξ (ο), ή φοίνιξ (Foenix) [Βοτ.]. Γένος φυτών του αθροίσματος των μονοκοτυληδόνων-φοινικωδών της οικογενείας των φοινικοειδών ή φοινικιδών, περιλαμβάνον φυτά ιθαγενή των θερμών χωρών της Αφρικής, Ασίας και Αυστραλίας και αφθονούντα κυρίως εις την Αμερικήν. Οι φοίνικες γενικώς είναι φυτά δενδρώδη. Ο κορμός των είναι συνήθως άκλωνος, φέρων κατά την κορυφήν του φύλλα ηνωμένα μεταξύ των εν είδει καταληκτικής ανθοδέσμης. Τα άνθη είναι κατά βότρυς διατεταγμένα και περιβάλλονται υπό μεγάλων βρακτείων ή σπαθών. […]
Καλλιεργείται από της αρχαιότητος εις το εσωτερικόν των χωρών της δυτικής Αφρικής και εις την Μεσοποταμίαν, εις ας χώρας θεωρείται και ιθαγενής. Εκ των χωρών τούτων, κατά διαφόρους εποχάς, διεδόθη μέχρι της Κίνας και των Ινδιών και των νοτίων χωρών της Ευρώπης. […].
Εις την Κύπρον, όπου φαίνεται ότι εισήχθη από των αρχαιοτάτων χρόνων, ωριμάζει ο καρπός του δένδρου πλήρως. Οι φοίνικες απαντώσιν εις την Κύπρον αυτοφυείς, καλλιεργούνται δε και σποραδικώς προς κόσμον. Εν Αθήναις και εις το πρώην δημόσιον δενδροκομείον, κατά το 1886, ο εν αυτώ υπάρχων μέγας φοίνιξ ωρίμασεν αρκετήν ποσότητα των καρπών του.

Κατά τη μυθολογίαν, η Λητώ εγέννησεν εν Δήλω τον Απόλλωνα υπό φοίνικα, όστις, κατά τον Ευριπίδην, αυτομάτως ανεφύη από της γης. Τον εν Δήλω φοίνικα αναφέρει και ο Όμηρος (Οδυσ. Ζ, 162) ότι εφύετο εις τον εν τη νήσω ταύτη ναόν του Απόλλωνος. Την ύπαρξιν του φοίνικος τούτου πιστοποιούσι και ο Κικέρων και ο Πλίνιος. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι φοίνικες εφύοντο εις την αρχαιοτάτην εποχήν και εις τον παρά την Αυλίδα ναόν της Αρτέμιδος, ο δε Στράβων (14, 645) ότι και εν Χίω, παρά τον ναόν του Απόλλωνος, υπήρχον φοίνικες.

Λήμμα «Φοίνιξ», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. ΚΔ΄, σ. 99