Ευγενίου Βουλγάρεως
η λογική

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ

Ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἑρμηνευτικὴ ὀπτικὴ καὶ ἐὰν προσεγγίσουμε τὴ νεοελληνικὴ γραμματεία τοῦ 18ου αἰώνα θὰ συναντηθοῦμε μὲ πτυχὲς τοῦ ἔργου τοῦ Εὐγένιου Βούλγαρι, τοῦ στοχαστῆ ποὺ λειτούργησε ἤδη στὴν ἐποχή του ὡς ὁρόσημο καὶ ἡ πολυειδὴς πνευματική του κατάθεση ἀνέδειξε ἕνα πεδίο γνωσιακῶν σημάνσεων στὶς ὁποῖες τὸ πραγματικὸ στοιχεῖο, τὸ ἄμεσα πιστοποιημένο μέσα ἀπὸ συγκριτικὴ στάθμιση μὲ ὅ,τι προϋποθέτει, συνυφάνθηκε μὲ τὴ συμβολικὴ ἐννόηση, δηλαδὴ μὲ τὸν τρόπο ποὺ οἱ σύγχρονοί του καὶ οἱ μεταγενέστεροι ἑρμήνευσαν τὴ διδακτικὴ παρουσία καὶ τὴ συγγραφική του δραστηριότητα καὶ τὶς ἐνοφθάλμισαν στὴ δική τους θεώρηση. Γιὰ τὸν νεώτερο Ἑλληνισμὸ ἡ ἔμβιος βιβλιοθήκη τῆς πολυμαθείας, ὅπως χαρακτηρίσθηκε ἀπὸ ἕναν ἐκ τῶν σημαντικότερων μαθητῶν του, ὑπῆρξε σημεῖο ἀναφορᾶς καὶ περίβλεπτη ἔνδειξη τῆς ἀνασύνταξης τῶν ὅρων μὲ τοὺς ὁποίους ἡ λογιοσύνη τοῦ 18ου αἰώνα συγχρόνισε τὴν πορεία της μὲ τὰ ἐπιστημονικὰ δρώμενα στὸν εὐρωπαϊκὸ χῶρο.
Ἡ σκέψη τοῦ Βούλγαρι ὑπερβαίνει τὰ σταθμὰ τῆς ἐποχῆς του καὶ δημιουργεῖ μὲ τὴν πολυμέρεια καὶ τὴν ἐμβρίθειά της ἕνα τοπίο στὸ ὁποῖο ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ ἡ βυζαντινὴ παρακαταθήκη συνοικοῦν ἐναρμόνια μὲ τὴ μέθοδο τῶν Νεωτέρων καὶ μετέχουν σὲ ἕναν γόνιμο διάλογο, ὁ ὁποῖος ἐκβάλλει στὸ πολύπτυχο φιλοσοφικό, θεολογικό, ἐπιστημονικό, φιλολογικὸ καὶ ἱστορικό του ἔργο, καθὼς καὶ στὰ μεταφραστικά του πονήματα μὲ τὰ ὁποῖα διαμορφώνεται καὶ ἐπικυρώνεται μία πολύμορφη ἐπικοινωνιακὴ σχέση μὲ τοὺς συγχρόνους του. Στὴ συνείδηση τοῦ Νεοέλληνα φιλοσόφου ἡ γνώση ἀποτελεῖ ἕνα διαρκῶς ἀνατροφοδοτούμενο σύμπαν, στὸ ὁποῖο πρωτεύουσα ἀξία δὲν ἔχει ἡ χρονικὴ στιγμὴ τῆς ἀποτύπωσης τῶν διανοημάτων ἀλλὰ ἡ σημασία τους γιὰ τὴ διαύγαση τῶν ἐρωτημάτων ποὺ ἀναδύονται στὴν ἱστορικὴ διαπορεία τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Στὸν ἱστορικοφιλοσοφικὸ διάλογο ὁ Βούλγαρις προσέρχεται μὲ ἀποσαφηνισμένες θεωρητικὲς προκείμενες ποὺ συγκροτοῦνται μὲ ἑδραῖο ἄξονα τὴν ἐννοιολογία τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, στὴν ὁποία καὶ ὁ ἴδιος κατέθεσε μὲ τρόπο ἀνεξίτηλο τὸ δικό του ἴχνευμα.
Τὰ συγγράμματα τοῦ Βούλγαρι συνιστοῦν πολύτιμη πηγὴ γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὶς πνευματικὲς διεργασίες ποὺ συντελοῦνται στὸν ἑλληνικὸ χῶρο κατὰ τὸν 18ο αἰώνα, τὸ ἔργο ὅμως ποὺ ἀναμφίλεκτα τέμνει τὴν Ἱστορία τῆς Νεοελληνικῆς Φιλοσοφίας εἶναι ἡ Λογικὴ ἐκ Παλαιῶν τε καὶ Νεωτέρων συνερανισθεῖσα ἡ ὁποία ἐκδόθηκε τὸ 1766 στὴ Λειψία. Πρόκειται γιὰ μία πρωτότυπη σύνθεση στὴν ὁποία δὲν κατοπτρίζεται ἁπλῶς ὁ φιλοσοφικὸς προβληματισμὸς ποὺ ἀναπτύχθηκε κατὰ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 18ου αἰώνα, ἀλλὰ ἐνεικονίζονται μὲ τὸν πλέον ἐναργῆ τρόπο οἱ φιλοσοφικές, θεολογικὲς καὶ ἐπιστημονικὲς ἀπόψεις τοῦ Βούλγαρι, καὶ ἀποτυπώνεται τὸ μεθοδολογικὸ πρῖσμα μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἡ ἀναδοχὴ μίας μακραίωνης παράδοσης στοχασμοῦ καὶ ἡ κατάφαση τῆς νεωτερικῆς συνεισφορᾶς ἐξυφαίνονται τελεσφόρα σὲ μία συγγραφὴ μὲ ἀποσαφηνισμένη φιλοσοφικὴ ταυτότητα.
Ἡ Λογικὴ συνιστᾶ τὸν κορυφαῖο σταθμὸ στὴν πνευματικὴ δημιουργία τοῦ Νεοέλληνα φιλοσόφου, ἀφοῦ τὸ κείμενο ὁλοκληρώνεται σὲ μία περίοδο ὡριμότητας, κατὰ τὴν ὁποία ἡ ἀποστασιοποίηση ἀπὸ τὴ μέριμνα τῆς διδασκαλίας καὶ τὶς ἰδεολογικοποιημένες ἐγκυστώσεις ὅσων ἀσκοῦσαν τὸν ἔλεγχο τῶν ἐκπαιδευτικῶν δομῶν στὸν ἑλληνικὸ χῶρο συνδυάσθηκε μὲ τὶς δυνατότητες φιλοσοφικῆς ἐνημέρωσης καὶ ἀναστοχασμοῦ ποὺ τοῦ προσέφερε ἡ διαμονή του στὴ Λειψία καὶ τὴ Χάλλη, στὰ δύο ἀπὸ τὰ σημαντικότερα κέντρα τοῦ Γερμανικοῦ Διαφωτισμοῦ κατὰ τὸν 18ο αἰώνα. Στὸ σύγγραμμα ποὺ εἶδε τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας συγκεφαλαιώνεται ἕνας ἀποκρυσταλλωμένος φιλοσοφικὸς λόγος ἑρμηνεύσιμος μέσω τῆς ἀφετηριακῆς ἐτυμολογικῆς του διαφάνειας, δηλαδὴ ὡς λόγος ποὺ μέσα ἀπὸ τὴ διαπορία ἀναμετρᾶται μὲ τὰ καίρια ὀντολογικά, κοσμολογικὰ καὶ ἀνθρωπολογικὰ ἐρωτήματα. Μὲ ἐμμενὲς σημεῖο ἀνερεύνησης τὸν γνωσιοθεωρητικὸ προβληματισμὸ καὶ τοὺς ἐπιμέρους ἀναβαθμοὺς συγκρότησης τοῦ γνωστικοῦ γεγονότος ὁ Βούλγαρις προσέφερε στὴ νεοελληνικὴ σκέψη ἕνα ἔργο ποὺ δὲν ὑπηρετεῖ χρηστικὲς διδακτικὲς συμβάσεις ἀλλὰ ἐκφράζει μὲ τρόπο συστηματικὸ καὶ ἀναμφήριστο τὶς φιλοσοφικές του ἀντιλήψεις ποὺ συναντοῦμε διάσπαρτες στὰ ποικίλου περιεχομένου χειρόγραφα καὶ ἐκδεδομένα ἔργα του, καθὼς καὶ στὴν Ἐπιστολογραφία του.
Ἡ Λογική, ἕνα κείμενο πυκνὸ σὲ ἐννοιολογικὲς σημάνσεις, ἐνδελεχὲς στὴν ἀνάδειξη τῶν νοηματικῶν τους ἀποχρώσεων καὶ πλούσιο σὲ τεκμηρίωση ἀπὸ ὅλα τὰ πεδία τοῦ ἐπιστητοῦ, μελετήθηκε καὶ ἀξιοποιήθηκε ἀπὸ τὴ νεοελληνικὴ σκέψη τοῦ ὕστερου 18ου καὶ τοῦ 19ου αἰώνα καὶ ὁρισμένες ἐκ τῶν ἀναπτύξεων, ὅπως εἶναι ἐπὶ παραδείγματι οἱ σχετικὲς μὲ τὴν ἑρμηνευτική, ἀποτέλεσαν περιεχόμενο ἀκαδημαϊκῆς διδασκαλίας στὸ νεοπαγὲς Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἦταν κατὰ συνέπεια εὐνόητο νὰ συμπεριλάβουμε στὸν προγραμματισμὸ τοῦ Ἐργαστηρίου Ἐρευνῶν Νεοελληνικῆς Φιλοσοφίας τοῦ Τομέα Φιλοσοφίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων, ποὺ ἀφορᾶ, ἀνάμεσα σὲ ἄλλες δραστηριότητες, τὴν ἔκδοση χειρογράφων καὶ τὴν ἐπαναδημοσίευση φιλοσοφικῶν πηγῶν, τὸ θεμελιῶδες κείμενο τοῦ Βούλγαρι, τὸ ὁποῖο ἦταν ἤδη σπάνιο τὴν περίοδο ποὺ ὁ Émile Legrand συνέταξε τὴ μνημειώδη Bibliographie Hellènique.
Ἡ ἐπανέκδοση ἐκτὸς ἀπὸ τὰ Εὑρετήρια συνοδεύεται ἀπὸ τὸ μελέτημα Ὁ Εὐγένιος Βούλγαρις καὶ ὁ φιλοσοφικὸς ὁρίζοντας τῆς «Λογικῆς», στὸ ὁποῖο ἐπιχειροῦμε νὰ διακριβώσουμε τὶς συντεταγμένες ποὺ προσδιορίζουν ἱστορικὰ τὸ φιλοσοφικὸ πλαίσιο ἐντὸς τοῦ ὁποίου συντέθηκε τὸ κείμενο τοῦ Βούλγαρι, ἑστιάζοντας τὴν προσοχή μας in extenso στὶς φιλοσοφικὲς προϋποθέσεις ποὺ συμπυκνώνουν τὰ κείμενα ποὺ μετέφρασε καὶ ἀξιοποίησε στὴ διδασκαλία του, στὰ ρεύματα ἰδεῶν ποὺ ἀπηχοῦνται στὴ Λογική του καὶ στὴν ἴχνευση τοῦ θεωρητικοῦ ὑπόβαθρου τῶν θέσεων μὲ τὶς ὁποῖες ἀρθρώνεται ὁ πολυσχιδὴς φιλοσοφικός του.


Ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ θὰ ἤθελα νὰ εὐχαριστήσω τὴν Αἰκατερίνη Τζάνου, διευθύντρια τῆς Ζωσιμαίας Δημόσιας Κεντρικῆς Βιβλιοθήκης τῶν Ἰωαννίνων ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται τὸ πρωτότυπο τῆς ἐπανέκδοσης, τὴν Ἰωάννα Στεργιοπούλου, διευθύντρια τῆς Κοβενταρείου Δημοτικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Κοζάνης ποὺ μερίμνησε γιὰ τὴν ἄμεση ἀποστολὴ ἀντιγράφου τῆς χαλκογραφίας τοῦ Βούλγαρι, τὴν Αἰκατερίνη Κορδούλη, ἀναπληρώτρια διευθύντρια τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης ποὺ διευκόλυνε τὴ μελέτη τῶν χειρογράφων τῆς Λογικῆς καὶ τὸν Δημήτρη Ἀποστολόπουλο, διευθυντὴ Ἐρευνῶν τοῦ Κέντρου Νεοελληνικῶν Ἐρευνῶν, ποὺ ἔθεσε στὴ διάθεσή μου τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Βούλγαρι Πρακτικὰ τῆς Πετρούπολης (2008)। Ἰδιαίτερες εὐχαριστίες ἀπευθύνω στὴ φίλη ἱστορικὸ Βασιλικὴ Μπόμπου–Σταμάτη ποὺ εἶχε τὴν καλοσύνη νὰ μοῦ παραχωρήσει φωτογραφίες χειρογράφων ποὺ παραδίδουν κείμενα τῆς περιόδου τῆς διδασκαλίας τοῦ Βούλγαρι, τὴ μεταπτυχιακή μου φοιτήτρια Μυρτὼ Κούρτη, ἡ ὁποία μόχθησε μαζί μου στὶς τυπογραφικὲς διορθώσεις καὶ στὶς ἀντιπαραβολὲς τῶν κειμένων, στὰ μέλη τοῦ Πρυτανικοῦ Συμβουλίου τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων ποὺ ὁμόφωνα ἐνέκριναν τὴ δαπάνη τῆς ἔκδοσης καὶ στὸν Μπάμπη Λέγγα ποὺ μερίμνησε γιὰ τὴν αἰσθητικὴ τοῦ βιβλίου.


Στοὺς γιούς μου Θεόφιλο–Γεώργιο καὶ Ἀλέξανδρο, καθὼς καὶ στὴν οἰκογένειά μου, τὴ σύζυγό μου Γωγώ, τὴ μητέρα μου Πηνελόπη καὶ τὸν αὐτάδελφο Θεόδωρο ἐκφράζω τὶς βαθύτερες εὐχαριστίες μου γιὰ τὴν πολύπλευρη ἐνθάρρυνσή τους.

Πανεπιστήμιο Ἰωαννίνων
Ἰωάννινα 22 Δεκεμβρίου 2009

Κωνσταντῖνος Θ. Πέτσιος