Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΑΦΕΙΡΑΤΗΣ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥΗ ιδιαίτερη πατρίδα μου και των ποιημάτων αυτών, βρίσκεται κάπου μεταξύ των Ακροκεραυνίων και του Ιονίου, απλώνεται στον κάμπο της Φοινίκης και της Δερόπολης. Η ιδιαίτερη πατρίδα μου είναι γεμάτη από στενές κλεισούρες, όσο που επιτρέπουν να περάσει βιαστικά ένα ποτάμι, με ψηλά βουνά που οι κορυφές τους δεν αφήνουν χώρο ούτε για τα σύννεφα, περιορίζοντας ακόμη και τον ουρανό.
Σ’ αυτόν τον τόπο, οι μύθοι, οι μνήμες και η πραγματικότητα δεν έχουν διαχωριστικές γραμμές, γίνονται ένα και, οι άνθρωποι περνούν εύκολα απ’ την καθημερινότητα στον μύθο, από μια παλιά μπαλάντα στο σήμερα και από τον θρύλο στην καφετέρια του χωριού.
Στον τόπο μας, μοιρολογούν ακόμα τους νεκρούς οι μαυροφορεμένες γυναίκες, ηρωίδες αρχαίων τραγωδιών. Η κάθε γυναίκα, είναι και μια μοιρολογίστρα, γιατί ο Χάρος που περνά στη γειτονιά, εύκολα μπορεί να επισκεφτεί και το σπίτι της. Και το δράμα, είναι κοινό, χωριανικό. Πολλά απ’ τα δικά μας σπίτια είναι χορταριασμένα. Χορταριασμένες οι αυλές, ταμπουρωμένες οι πόρτες. Σπίτια που περιμένουν ν’ ακούσουν τα βήματα του Χάροντα ή της Αρετής απ’ τα ξένα.
Μοσχομυρίζουν ακόμα στις γειτονιές μας τα κυδώνια της ξενιτιάς και το δημοτικό τραγούδι δεν αποτελεί παράδοση, αλλά μέρος της καθημερινής ζωής.
Ένα ξεχασμένο πέτρινο αλώνι στο χέρσο χωράφι, χορτάριασε κι αυτό. Το βογγητό του ανέμου σε μπάζει στον θρύλο. Κάθεσαι και γράφεις γι’ αυτό.
Μια χαρούμενη, γελαστή μαργαρίτα που τη μεγαλώνει ο ήλιος και η δροσιά, μπορεί να είναι το κορίτσι που μια ζωή περίμενες και δεν συνάντησες ποτέ.
Κάθεσαι και γράφεις γι’ αυτό.
Τον χειμώνα της μοναξιάς, δεν μπορείς να τον συναντήσεις σε παγωμένες πλατείες, σε τρόλεϊ και στο μετρό, γιατί δεν υπάρχουν αυτά. Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, την παγωνιά της μοναξιάς θα τη δεις πιο εύκολα και θα την αισθανθείς, στην σπαρακτική, πονεμένη φωνή του τσακαλιού που δεν σ’ αφήνει να κοιμηθείς. Προσπαθείς να καταγράψεις το παράπονο της μοναξιάς.
Στον τόπο μου, τα δέντρα και οι πέτρες έχουν φωνή. Όπως τα πουλιά και οι άνθρωποι. Θα συναντήσεις ανθρώπους να μιλούν με τα δέντρα και τα βράδια με τα άστρα και το φεγγάρι. Όπως, στις ακρογιαλιές του Ιονίου θα δεις το φως και τον έρωτα να στήνουν χορό πάνω στα βράχια, πάνω στα κύματα. Θ’ ακούσεις τον λυγμό της θάλασσας, τον πόνο της νύχτας και το παράπονο της γυναίκας που έχασε την ελπίδα.
Περιμάζεψα μερικές απ’ αυτές τις φωνές, τις έκανα στίχους και ποιήματα.
Αυτά τα ποιήματα δεν γράφτηκαν για την αγορά. Δεν γράφτηκαν να πωληθούν. Όπως, δεν πωλείται, ο πόνος και η αγάπη.
Απλώς, μέσα από τους στίχους, μπορεί να διαβάσει κανείς τη σιωπή των βουνών και τη θλίψη του κάμπου μας.
Είναι η σιωπή, η αντοχή και η καρτερικότητα της ιδιαίτερης πατρίδας μου.


Αθήνα, 1 Μαρτίου 2೦೧೨