Σταυρούλα Κουράκου 
ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΟΙΝΟΠΕΔΙΟ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η Σαντορίνη, η οποία φέρει επίσηµα το αρχαιοελληνικό όνοµα Θήρα, είναι ένα από τα νησιά των Κυκλάδων, µικρά σε έκταση νησιά του νοτίου Αιγαίου, µε µακραίωνη το καθένα ιστορία. Η Θήρα-Σαντορίνη, γέννηµα γιγαντιαίων ηφαιστειακών εκρήξεων, έχει δύο σηµαντικούς αρχαιολογικούς χώρους: το προϊστορικό Ακρωτήρι και τα ερείπια της αρχαίας πόλης-κράτους Θήρα στο δυσπρόσιτο Μέσα Βουνό.

Είναι, ως εκ τούτου, φυσικό να έχουν γραφεί για το νησί πολλά βιβλία και να έχουν διοργανωθεί σηµαντικά διεθνή συνέδρια σχετικά µε θέµατα ιστορικού, αρχαιολογικού και γεωφυσικού ενδιαφέροντος. Αντίθετα, είναι φτωχή η βιβλιογραφία για τη Σαντορίνη ως ιστορικό οινοπέδιο, µε ενδιαφέρουσες ιδιαιτερότητες τόσο ως προς τον τρόπο διαµόρφωσης των κληµάτων όσο και ως προς την επεξεργασία των σταφυλιών στις «κάναβες», όπως καλούνται στο νησί οι οινοποιητικές µονάδες της προβιοµηχανικής Σαντορίνης.

Αυτές οι ιδιαιτερότητες αποτέλεσαν αντικείµενο µελέτης ενός ερευνητικού προγράµµατος που εκπονήθηκε τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1960 από το Ινστιτούτο Οίνου, Ίδρυµα έρευνας του τότε Υπουργείου Γεωργίας. Τα συµπεράσµατα ως προς την οινική ποιότητα ορισµένων ποικιλιών αµπέλου που καλλιεργούνται από αιώνες στο νησί ξεπέρασαν κάθε προσδοκία και έτσι το 1972 η αρµόδια Επιτροπή εισηγήθηκε την αναγνώριση και προστασία του τοπωνυµίου Σαντορίνη ως «Ονοµασία Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος» για ορισµένους τύπους λευκών οίνων του νησιού. Με την υπουργική απόφαση που εκδόθηκε, καθορίστηκαν οι όροι που πρέπει να πληρούν οι αµπελώνες των νήσων Θήρα και Θηρασία, καθώς και οι συνθήκες επεξεργασίας των σταφυλιών, των γλευκών και των οίνων, ώστε ο παραγόµενος οίνος να φέρει στην ετικέτα της φιάλης το όνοµα του νησιού.

Κύλησαν είκοσι περίπου χρόνια, µέχρις ότου οι συνθήκες οινοποίησης στις κάναβες της προβιοµηχανικής Σαντορίνης αρχίσουν να προσαρµόζονται στη νέα εποχή που σηµατοδοτούσαν οι νοµοθετικές διατάξεις. Στο µεταξύ είχαν τεθεί σε λειτουργία δύο µεγάλα σύγχρονα οινοποιεία: το ένα, 2.000 τόνων, χτίστηκε και πρωτολειτούργησε το 1980 από την Εταιρεία Μπουτάρη, ενώ το άλλο, 3.000 τόνων, οικοδοµήθηκε σε ιδιόκτητο οικόπεδο 29 στρεµµάτων της Ένωσης Συνεταιρισµών Θηραϊκών Προϊόντων και της παραδόθηκε τον Δεκέµβριο του 1991.

Καθώς το 1993 είχαν περάσει είκοσι ένα χρόνια και το τοπωνύµιο Σαντορίνη αποτελούσε πια στην αγορά µια καθιερωµένη Ονοµασία Προέλευσης, το κοινωφελές Ίδρυµα Στυλιανός και Φανή Μπουτάρη αποφάσισε να παρουσιάσει σ’ έναν συλλογικό τόµο τον φυσικό και πολιτισµικό πλούτο της αµπελοοινικής Σαντορίνης, το τοπωνύµιο της ­οποίας υποδήλωνε ένα νησί ιδιαίτερου κάλλους, αλλά και ένα γέννηµα αυτού του ίδιου του νησιού, τον οίνο σαντορίνη.

Άλλα είκοσι χρόνια κύλησαν και το βιβλίο αυτό, που εκδόθηκε το 1994 σε τρεις γλώσσες (ελληνικά, γαλλικά, αγγλικά), αποτελεί προ πολλού συλλεκτικό δυσεύρετο τόµο, ο οποίος απεικόνιζε τη µεταβατική περίοδο από την προβιοµηχανική Σαντορίνη του 19ου αιώνα στη Σαντορίνη του τελευταίου τέταρτου του 20ού αιώνα. Στη διάρκεια αυτών των είκοσι τελευταίων χρόνων, το σκηνικό έχει αλλάξει στο νησί. Παραµένει πάντα ο παραδοσιακός τρόπος καλλιέργειας των αµπελιών, αλλά οι µέθοδοι της σύγχρονης τεχνολογίας που εφαρµόζονται πια σε όλα τα οινοποιεία, µικρά και µεγάλα, έχουν αναδείξει τον οινικό πλούτο γηγενών ποικιλιών αµπέλου µε την παραγωγή µιας πλούσιας γκάµας παλαιών και νέων τύπων οίνων, οι οσφραντικοί και γευστικοί χαρακτήρες των οποίων µαρτυρούν, µε την ιδιαιτερότητά τους, την ηφαιστειακή καταγωγή του εδάφους, στο οποίο τα πρέµνα βυθίζουν τις ρίζες τους. Γιατί ο σαντορινιός αµπελώνας, αµόλυντος από φυλλοξήρα, είναι ένας από τους ελάχιστους αυτόρριζους αµπελώνες της Ευρώπης.

Εξάλλου, το 2011 άρχισε η εφαρµογή ενός «Στρατηγικού Σχεδίου» προώθησης των ελληνικών οίνων στο πλαίσιο ειδικού Προγράµµατος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προβολή των οίνων των παραγωγών χωρών στις ξένες αγορές. Μεταξύ των µέτρων που προβλέπονται, αναγνωρίστηκαν τέσσερις ελληνικές «τοποποικιλίες» ως πρέσβεις της ελληνικής οινοπαραγωγής, λόγω της ποιότητας των οίνων που παράγονται από αυτές τις γηγενείς ποικιλίες αµπέλου, προσαρµοσµένες από αιώνων στο οικοσύστηµα της περιοχής καλλιέργειάς τους. Μεταξύ των τεσσάρων αυτών «τοποποικιλιών», η µόνη λευκή ποικιλία που επελέγη είναι το Ασύρτικο της Σαντορίνης, η κυρίαρχη ποικιλία οιναµπέλου που καλύπτει το 75% του συνολικού αµπελώνα του νησιού.

Όλες αυτές οι ευτυχείς εξελίξεις ώθησαν την Ένωση Συνεταιρισµών Θηραϊκών Προϊόντων να επιδιώξει, µε τη σύµφωνη γνώµη και άλλων οινοποιητικών φορέων του νησιού, την έκδοση ενός νέου βιβλίου για την αµπελοοινική Σαντορίνη, το οποίο φιλοδοξεί να παρουσιάσει σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό τη Σαντορίνη που αγαπήσαµε· την «κόρη κορυφαίου θυµοῦ», όπως ονόµασε ο νοµπελίστας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης το νησί που γεννήθηκε από τον θυµό του ηφαιστείου, αλλά και το γέννηµα των αµπελιών της, τη «δόξα τοῦ κρύσταλλου».

Η λέξη οινοπέδιο στον τίτλο αυτού του βιβλίου που εκδόθηκε και αγγλικά χρήζει, νοµίζω, επεξήγησης. Πρόκειται για νεολογισµό, παράγωγο της οµηρικής λέξης οἰνόπεδον = γη οινοφόρος, η οποία αποδίδει επιτυχώς την έννοια του γαλλικού όρου terroir, που καθώς δεν µεταφράζεται, έχει διεθνοποιηθεί. Όχι όµως και στην ελληνική γλώσσα, όπου τα οινοπέδια έχουν βαθιές ρίζες στον χρόνο, όπως η οινοφόρος γη της Σαντορίνης.

Το βιβλίο αφιερώνεται στους αµπελουργούς του νησιού που κράτησαν, διά µέσου των αιώνων, ζωντανή την αµπελοκαλλιέργεια στον βράχο αυτό της Αἰγιήδας.

Στ. Κ.