Σειρά βιβλιδάρια
Χριστουγεννιάτικο διήγημα

ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΔΑΦΝΗ
Ὁ ξένος




Σά στρατός καβαλλάρηδων κυνηγημένων ἀπὸ ἀοράτους ἐχθρούς, τὰ σύγνεφα, μαῦρα, πηχτά, σκόρπια, ἐρχόντουσαν ἀπὸ τὰ μάκρη τοῦ Ἀργολικοῦ κόρφου καὶ φεύγανε κατὰ τὸ βοριά. Οἱ σκιές τους πέφτανε ἀπάνω στ’ Ἀναπλιώτικα κάστρα καὶ τὰ δείχνανε πιὸ γυμνά, πιὸ σκοῦρα. Οἱ πολεμίστρες τοῦ Ἲτς-Καλὲ χάσκανε, σὰν τρύπες ποὺ φέρνουν σὲ ἀνεξερεύνητες σπηλιές, καὶ ἡ κορυφογραμμὴ τοῦ Παλαμηδιοῦ σὰν ἕνα τεράστιο πριόνι, ἕτοιμο νὰ μπῇ σὲ κίνηση, νὰ ροκανίσῃ κόκκαλα γιγάντων…
Μὲ τὰ παιδιάτικα μάτια μου –πρόθυμα πάντα νὰ γείνουν φεγγίτες τῆς ψυχῆς γιὰ τὰ παράξενα ὁράματα– ἔβλεπα, πίσω ἀπὸ τὸ τζάμι, τὴ σημαία τοῦ κάστρου ποὺ ἀναφτερούγιαζε στὴ ντάπια τοῦ Μιλτιάδη, σὰ μεγάλο γαλάζιο πουλί, δεμένο στὴν κορφὴ τοῦ κονταριοῦ, σκλαβωμένο… Ὁ σκοπὸς τυλιγμένος στὸ μαντύα του πήγαινε κ’ ἐρχότανε στὴ ντάπια, μὲ τὸ ντουφέκι στὸν ὦμο. Στὸ φόντο τ’ οὐρανοῦ ἡ σιλουέττα του γραφότανε τεράστια, ἐπιβλητική. Κάμποσες ὀργιὲς πιὸ κάτω σάλευαν χαμόκλαδα κ’ οἱ φραγκοσυκιὲς πρασινίζανε κρεμασμένες στὸ βάραθρο, ἀπάνω ἀπὸ τὴ βενετσάνικη σκάλα – 999 σκαλοπάτια.
Καὶ ἡ μέρα κείνη, ἡ γκρίζα, ἡ βουβή, ἤτανε τὰ Χριστούγεννα. Τὰ καρτερούσαμε μὲ τόσον πόθο, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἐμεῖς νὰ λευτερωθοῦμε ἀπὸ τὰ θρανία τοῦ σκολειοῦ καὶ κεῖνοι ἀπὸ τὴ μονοτονία τῆς δουλειᾶς, νὰ γιορτάσουμε στὴ λιακάδα, στὸ ξέφωτο, ποὺ κάποιες φορὲς γιομίζει θάματα στὸν κάμπο μας, μὲ τὶς πορτοκαλλιὲς φορτωμένες μικροὺς ἥλιους καὶ τὸν ἀέρα μὲ μυρουδιὲς ἀπὸ ἄγρια ζαμπάκια. Μὰ νὰ ποὺ ὁ χειμῶνας μᾶς ἔκλεισε μέσα καὶ περιώρισε σὲ σπιτιάτικο τὸ γιορτάσι…
Ἦταν εὐτυχισμένα τὰ χρόνια κεῖνα, τὰ εἰρηνικά. Τὰ σπίτια μας, «πλήρη πάσης ἀγαθότητος», εὐώδιαζαν ἀπὸ τὰ φρεσκοψημένα χριστόψωμα, ἀντηχοῦσαν ἀπὸ τραγούδια καὶ μουσικὰ ὄργανα. Θυμᾶμαι πὼς τὸ μεσημέρι καθήσαμε στὸ τραπέζι πιὸ πολλοὶ ἀπὸ δώδεκα νομάτοι. Τὸ τραπέζι στρωμένο μὲ λινὸ τραπεζομάντηλο, χιόνι ποὺ τὄβγαλε ἡ μητέρα ἀπὸ τὰ βάθη τῆς κασέλας τινάζοντας τὰ ξερὰ κίτριν’ ἀνθάκια, τὰ νυχάκια. Στὶς δυὸ κρυστάλλινες φρουτιέρες ὑψώνονταν σὲ πυραμίδες τὰ φροῦτα τῆς ἐποχῆς. Στὴ μιά, μανταρίνια καὶ πορτοκάλλια καὶ κρουσταλλάπιδα, σταλμένα κανίσκι ἀπὸ τὴν Τσακωνιά, κίτρινα σὰν τὸ φλουρί. Καρύδια κι’ ἀμύγδαλα καὶ κάστανα στὴν ἄλλη. Ἡ μητέρα ἔβαλε τὰ καλά της πιάτα, φαρφουρί, καὶ τ’ ἀσημένια μαχαιροπήρουνα. Μὰ γιὰ νὰ καθήσουμε στὸ τραπέζι ἔπρεπε νὰ περιμένουμε τὸν παπποῦ ποὺ θἀρχότανε ἀπὸ τ’ Ἄργος. Κι’ ὁ παπποῦς ἄργησε κομμάτι, κ’ ἦρθε χτυπημένες οἱ δώδεκα, γιατὶ τὸ τραῖνο εἶχε πάθει κάποια ζημιὰ ἀνάμεσα Νταλαμανάρα καὶ Μπολάτι. Ἦρθε ὁ παπποῦς καὶ μ’ ὅλα του τὰ γεράματα ἀνέβηκε σὰν πουλὶ τὴν ξυλένια σκάλα, κ’ ἡ βράκα του ἡ μεταξωτὴ ἔτριζε, φροὺ-φρού, ἀνεβαίνοντας. Στὸ ἄνοιγμα τῆς πόρτας ἡ λεβέντικη κορμοστασιά του μᾶς φανερώθηκε σὰν ἄγγελος παρουσίας, πατριαρχική. Στραβὰ τὸ κόκκινο φέσι, μὲ τὴ γαλάζια φοῦντα ἀναρριχτὴ στὸν ὦμο, φρεσκοξουρισμένος, πασίχαρος, μὲ τὴ μέση λιγνή, μὲ τὶς ἄντζες σφιγμένες στὴ μαύρη κάλτσα.
– Γειά, χαρά σας!
– Καλόστον παπποῦ. Χρόνια πολλά!
– Πολλὰ καὶ τιμημένα!
– Ἀμήν.
Καθήσαμε στὸ τραπέζι. Στὴν κορφὴ ὁ παπποῦς. Βγάζοντας τὸ φέσι του, τὄρριξε στὸ μεντέρι· ἔπειτα σήκωσε τὰ χέρια κι’ ἀνάδεψε τ’ ἄσπρα μαλλιὰ ποὺ φούντωναν γύρω στὸ κεφάλι του σὰν ἁγιοστέφανο. Πήρανε γύρω θέσεις οἱ μπαρμπάδες, οἱ θειάδες, τὰ πρωτοξαδέλφια – τὸ σῶϊ. Κείνη ἡ ξαδερφούλα, ἡ Ἀγγελικούλα ἡ ὡραιοκάμωτη (ποὺ τὴν τρώει τώρα τὸ χῶμα) βάλθηκε νὰ βοηθάῃ τὴ μητέρα στὸ σιγύρισμα τοῦ τραπεζιοῦ. Σὰ δῶρο βασιλικὸ ἐπάνω σὲ ἀσπίδα γυαλιστερή, φανερώθηκε ὁ ψητὸς διάνος, παραγεμισμένος μὲ κάστανα καὶ κουκουνάρια καὶ μπαχαρικά. Ἕνα μεγάλο χριστόψωμο κόπηκε φέτες. Ἡ μυρουδιὰ τῶν ψητῶν κεντοῦσε τὰ ρουθούνια. Στὸ παλιὸ τζάκι τρίζανε τὰ ξύλα, καὶ οἱ φλόγες σιγοτρέμανε κάτου ἀπὸ τὸ χαμηλὸ κάπασο. Ὁ παπποῦς σήκωσε τὸ χέρι καὶ σταυροκοπήθηκε, καὶ τονὲ μιμηθήκαμε ὅλοι…
Οἱ ἄνθρωποι στὶς ἐπαρχίες τρῶνε. Δηλαδὴ τὸ κάνουν δουλειὰ τὸ φαγοπότι κι’ ἕνα Χριστουγεννιάτικο τραπέζι γίνεται σωστὴ τελετουργία. Γι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ φανῇ παράξενο πὼς τὸ βασίλεμα τοῦ ἡλιοῦ βρῆκε τοὺς περισσότερους στὸ τραπέζι, φορτωμένο μὲ πορτοκαλλόφλουδες καὶ τσούφλια καρυδιῶν καὶ ποτήρια, ποὺ ὅσο ν’ ἀδειάσουν γιόμιζαν κοκκινέλι τῆς Περαχώρας καὶ γλυκόπιοτο Ἁγιωργίτικο…
Ὡς τόσο ὁ καιρὸς χειροτέρευε. Τὰ τζάμια τῆς τραπεζαρίας, νοτισμένα, δείχνανε πὼς ὄξω τὸ κρύο ἔσφιγγε. Σὲ μιὰ στιγμὴ ἡ ψυχοκόρη μας ἡ Βαγιώ, μπαίνοντας μὲ τὴ μπουκάλα γεμάτη, εἶπε:
– Χιονίζει ὄξω… Ἀπόψε θὰν τὸ στρώσῃ.
– Ἡ φωτιά μας κοντεύει νὰ σβύῃ, ἀπάντησε ἡ μητέρα. Βαγιώ, πήγαινε στὸ κατώϊ νὰ φέρῃς ξύλα.
Τὸ κατώϊ ἤτανε κοντὰ στὴ σκάλα, ὑπόγειο τούρκικου σπιτιοῦ, ὅπου σωριάζαμε τὶς σοδειὲς τῆς χρονιᾶς, γιομᾶτο πιθάρια, σκάφες, ξύλα καὶ κάρβουνα. Ἡ Βαγιὼ ἄναψε τὸ λυχνάρι καὶ κατέβηκε. Μὰ σὲ λίγο ξανάρθε χωρὶς ξύλα, ἀλαφιασμένη καὶ χλωμή. Τὸ σβυσμένο λυχνάρι ἔτρεμε στὸ χέρι της.
– Τί ἔχεις, Βαγιώ;… τὶ τρέχει;…
– Κυρά… κάποιος εἶνε… κά­ποιος…, τσέβδιζε ἡ χωριατοπούλα.
– Μίλα καλά! Τί λές;…
– Εἶνε κάποιος, κυρά… κάτου ἀπὸ τὴ σκάλα… κουβαριασμένος. Φοβᾶμαι ἡ ἔρμη…
– Δημήτρη, ἄϊντε νὰ δῇς, πρόσταξε ὁ παπποῦς ἕναν ἀπὸ τοὺς θειούς μου.
Ὁ Δημήτρης σηκώθηκε καὶ γρήγορ’ ἀκούστηκαν οἱ μπότες του νὰ τρίζουν κατεβαίνοντας τὴ σκάλα.
– Κανένα καλλικάντζαρο θἄειδε ἡ Βαγιώ, γέλασε ὁ δεύτερος θειός μου, ὁ Θανάσης, χαράζοντας κάστανα γιὰ τὴ θράκα.
Μὰ σὲ λίγο ἀκούστηκαν πάλι περπατησιὲς στὴ σκάλα καὶ ὁμιλίες. Ἡ πόρτα ἄνοιξε καὶ φανερώθηκε πάλι ὁ Δημήτρης, μὰ ὄχι μόνος. Ἕνας ἄλλος ἄνθρωπος ἤτανε μαζί του, ποὺ θἄλεγε κανεὶς πὼς ὁ θει­ός μου τὸν ἔφερνε μὲ τὸ στανιό: «Ἔμπα μέσα… μὴ ντρέπεσαι… Χρονιάρα μέρα σήμερα… Ἔμπα νὰ ζεσταθῆς…» Μὰ κεῖνος φαινότανε πὼς κομπιάζει, ὡς ποὺ ὁ Δημήτρης τὸν ἔσπρωξε ἀλαφρὰ ἀπὸ τὸν ὦμο καὶ ὁ ξένος βρέθηκε στὴν τραπεζαρία.
– Τί εἶνε τοῦτος; ρώτησε ὁ παπποῦς.
– Δὲν τονὲ βλέπετε; ζητιᾶνος ὁ κακομοίρης. Καθότανε μαζεμένος κάτου ἀπὸ τὴ σκάλα καὶ τρεμούλια­ζε σὰ ζαγάρι. Κάνει ἕνα ξεροβόρι ὄξω! Μπρρρ!...
Κοιτάξαμε τὸν ξένο. Ἡ κακομοιριὰ ἔβγαινε ἀπ’ ὅλο του τὸ κορμί. Θὰ ἤτανε πενηντάρης. Λιγνός, κίτρινος. Τὰ γένεια του ψαρὰ κι’ ἀχτένιστα, μοιάζανε τῆς ἀφάνας. Οὔτε κασκέτο φοροῦσε οὔτε παπούτσια. Ἤτανε σκεπασμένος μὲ κάτι κουρέλια ποὺ αφήνανε γυμνὰ ἐδῶ καὶ κεῖ τὰ κρέατά του. Μόλις βρέθηκε μέσα, γύρισε τὰ μάτια γύρω φοβισμένα, σὰν ἀγρίμι, καὶ ὕστερα κοίταξε κατὰ τὴν πόρτα ποὺ τὴν ἔκλεινε ἡ κορμοστασιὰ τοῦ θειοῦ μου τοῦ Δημήτρη. Ἔκανε μιὰ κίνηση, σὰ νἄθελε νὰ φύγῃ, μὰ ὁ παπποῦς τοῦ χαμογέλασε καλόβουλα, καὶ μὲ τὴ γλυκειὰ φωνὴ του, τοῦ εἶπε:
– Γιατί;… Κάτσε κεῖ στὸ τζάκι νὰ ζεσταθῇς, καψερέ.
Ἐκεῖνος δίσταζε ἀκόμη. Ὁ Δημήτρης προχώρησε, κι’ ἀκουμπώντας τὸ χέρι στὸν ὦμο, τὸν ἡσύχασε.
– Κάτσε ποὺ σοῦ λέμε… Κάτι θὰ βρεθῇ καὶ γιὰ σένα! Ἐδῶ εἴμαστε ὅλοι χριστουγεννιάτικοι. Θὰν τὸ κάψουμε σήμερα!
Ἤτανε στὸ κέφι ὁ θειὸς ὁ Δημήτρης. Γιόμισε ἕνα ποτῆρι κρασὶ ὣς τὰ χείλη, τὄδωσε στὸν ἄνθρωπο καὶ τοὖπε: «Πιέτο, ἀδερφός, νὰ πᾶνε τὰ φαρμάκια κάτου! Γιοματάρι, ξέρεις. Ἔλα, ζούλα το!»
Ὁ ἄνθρωπος πῆρε τὸ ποτῆρι, καὶ καθὼς τὸ χέρι του ἔτρεμε, χύθηκε λίγο κρασὶ στὸ χαλί. Κοίταξε χάμου. «Νὰ μὲ συμπαθᾶτε» μουρμούρισε βραχνά. «Δὲν πειράζει… Χρόνια πολλά!» τοῦ ἀπάντησαν. Μὲ μιὰ ρουφηξιὰ τ’ ἄδειασε τὸ ποτῆρι.
– Μπράβο σου! φώναξε ὁ Δημήτρης. Καὶ τώρα, ἀδερφός, κάτσε κεῖ νὰ τὴν πετσώσης.
Ἡ φωτιά, θρεμμένη μὲ νέα κούτσουρα, λαμπάδιζε πρόσχαρα. Ὁ ἄνθρωπος, καθισμένος σταυροπόδι μπροστὰ στὸ τζάκι, κρατοῦσε τὸ πιά­το ποὺ τοὖχε βάλει στὰ γόνατα ἡ Βαγιὼ καὶ μασούλιζε κομμάτια κρέας, τυρί, κοττόπηττα, καταχώνιαζε λαίμαργα, ἁρπαχτά, ρίχνοντας πότε-πότε κλεφτὲς ματιὲς στοὺς ἄλλους. Σὲ κάποια στιγμή, ἡ μητέρα μου τονὲ ρώτησε:
– Ἀπὸ ποῦ εἶσαι, μπάρμπα;
Ὁ ἄνθρωπος δὲ μίλησε ἀμέσως. Σταμάτησε τὸ μάσημα καὶ σήκωσε τὸ κεφάλι κοιτάζοντάς την.
– Ντόπιος;
Μὲ φωνὴ βαθειά, σὰ φερμένη ἀπὸ καμμιὰ σπηλιά, μουρμούρισε:
– Ὄχι… Ξωμερίτης.
– Καὶ δὲν ἔχεις φαμελιά; Δὲν ἔχεις σπίτι;
– Ἀνθή, φτάνει! πρόσταξε ὁ παπποῦς. Ἂς δίνουμε τοῦ φτωχοῦ κι’ ἂς μὴ ρωτᾶμε.
Εἶχαν ἐπισημότητα τὰ λόγια κεῖνα τοῦ παπποῦ, ποὺ καθισμένος στὴν πολυθρόνα του φάνταζε μεγαλόπρεπος σὰν ὁ Δίας ὁ Ξένιος. «Ἂς μὴ ρωτᾶμε…»

Βράδιαζε. Ἡ Βαγιὼ ἄναψε τὴν κρεμαστὴ λάμπα κ’ ἔφερε τοὺς καφφέδες. Ὁ ξένος πάστρευε τὸ πιάτο του.
Ἄξαφνα, μέσα στὴ βραδινὴ σι­γαλιὰ ἀκούστηκε μιὰ ντουφεκιά, κι’ ἀμέσως δεύτερη καὶ τρίτη καὶ τέταρτη – ἡ μιὰ ἀπάνω στὴν ἄλλη. Σύγκαιρα ἀκουστήκανε φωνὲς φερ­μένες ἀπὸ πέρα, ἄλλες ἀπὸ τὸ κάστρο, φωνὲς ταραγμένες… Οἱ ἄντρες πετάχτηκαν ὄρθιοι, οἱ γυναῖκες τρομάξανε.
– Κάτι γίνεται στὸ Παλαμῆδι! εἶπε ὁ παπποῦς ὁ πολύξερος.
– Κανένας καυγᾶς σίγουρα. Θὰ πιάστηκαν οἱ κατάδικοι, πρόστεσε ὁ Θανάσης. Εἶνε ἀπάνω τριάντα θανατοποινίτες!...
Ἄντρες καὶ γυναῖκες βγήκανε στὸ μπαλκόνι, χωρὶς νὰ λογαριάζουν πιὰ τὸ κρύο. Στὴ δυτικὴ ντάπια τοῦ Παλαμηδιοῦ, ποὺ εἶνε κατὰ τὴν πόλη, φῶτα σαλεύανε. Πέσανε ἀκόμη τρεῖς ντουφεκιές. Καὶ μετὰ δυὸ στιγμές, ἕνα σάλπισμα ξέσκισε τὸν παγωμένον ἀέρα, τρεμόσυρτο, σερνάμενο μέσα στὸ σκοτάδι. Οἱ ἀντικρυνὲς καμάρες τοῦ Ἲτς-Καλὲ δευτέρωσαν καὶ τρίτωσαν τὴ λαχτάρα τοῦ χαλκοῦ. Ἕνας ξάδερφός μου, ὁ Κοσμᾶς ποὺ εἶχε κάνει καὶ λοχίας στὰ Ἱππικά, εἶπε:
– Τὸ ξέρω γὼ τὸ σάλπισμα τοῦτο. Βαράει συναγερμὸ τῆς φρουρᾶς! Κατάδικος ἔφυγε!
– Κατάδικος! ἔκανε ἡ μητέρα μου τρομαγμένη. Δυστυχία μου, μὴ μοῦ τρυπώσῃ ἐδῶ μέσα!... Νὰ κλείσουμε τὴν αὐλόπορτα. Βαγιώ! Βαγιώ!...
Τραβηχτήκαμε ὅλοι στὴν τραπεζαρία. Δὲ μιλοῦσε κανείς. Ἡ σιωπὴ βάραινε στὰ πράματα, καὶ οἱ ματιὲς τῶν ἀντρῶν σ’ ἕνα κορμὶ διπλωμένο μπροστὰ στὸ τζάκι… Μιὰ δυνατὴ πνοὴ ἀνέμου ἄνοιξε τὴ μπαλκονόπορτα κ’ ἔσβυσε τὴ λάμπα.
– Ἄ! ἔκαναν ξαφνιασμένες οἱ γυναῖκες.
Τὸ ἀντιλάρισμα τῆς φωτιᾶς ἔπε­φτε ἀπάνω στὸν ἄνθρωπο καὶ φώτιζε τὴ στεγνή του ὄψη, τὰ γκρίζα γένεια… Τώρα καὶ τῶν γυναικῶν οἱ ματιὲς βάραιναν ἐπάνω του.
Σὰ νὰ κατάλαβε τὴν ἀγωνία, ὁ ἄνθρωπος σηκώθηκε ἀπότομα καὶ χωρὶς νὰ μᾶς καλονυχτίσῃ, χωρὶς νὰ βγάλῃ ἄχνα, προχώρησε γρήγορα στὴν πόρτα, ἔρριζα στὸν τοῖχο χάθηκε σὰ φάντασμα… Δὲν ἀκούστηκε οὔτε ἡ περπατησιά του στὴ σκάλα…
Πέρασαν λίγες στιγμές.
– Βαγιώ! Βαγιώ! Τρέχα, κλεῖσε τὴν αὐλόπορτα!...
Μὰ ἡ Βαγιὼ ἦταν ἄλαλη ἀπὸ τὸν τρόμο. Καὶ κατέβηκε νὰ βάλῃ τὸν σύρτη ὁ ξάδερφός μου ὁ Κοσμᾶς.

Τὸ διήγημα «Ὁ ξένος» τοῡ Στέφανου Δάφνη ( Ἄργος 1882 – Ἀθήνα 1947), δημοσιεύτηκε στὸ περιοδικὸ «Μπουκέτο», στὶς 27 Δεκεμβρίου 1925.